Πως αντέδρασε η Κομισιόν μετά τις παροχές του Τσίπρα

kominsion

Το πρόσφατο διάγγελμα του Αλέξη Τσίπρα έβαλε φωτιά στο πολιτικό σκηνικό, η ξαφνική κίνηση του πρωθυπουργού να προχωρήσει μονομερώς, χωρίς να ενημερώσει καν τους δανειστές, στην εξαγγελία για χορήγηση βοηθήματος ύψους 617 εκατ. ευρώ σε 1,6 εκατομμύρια χαμηλοσυνταξιούχους άμεσα, ενόψει εορτών.

Μια τέτοια κίνηση είναι έξω από κάθε πλαίσιο λειτουργίας των πραγμάτων, όπως αυτά έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει που αποσκοπεί.

Κάποιοι εκτιμούν ότι πρόκειται για κίνηση πανικού ή  μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού από τα δύσκολα που έρχονται στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και ιδίως από τα νέα μέτρα που καλείται να πάρει η κυβέρνηση. Ότι καταφεύγει εσπευσμένα σε μία τέτοια ενέργεια για να τραβήξει την προσοχή από τις πραγματικές επώδυνες συμφωνίες που συζητά σε παρασκήνιο και προσκήνιο.

Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι μπροστά στο αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές ο κ. Τσίπρας χαράζει μία οδό διαφυγής, οικοδομώντας ένα σενάριο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Ακόμη δεν μπορεί να πει κανείς ξεκάθαρα τι ακριβώς επιδιώκει το Μέγαρο Μαξίμου, ωστόσο είναι σαφές ότι αυτή την ώρα ο πρωθυπουργός κινείται εκτός «ορίων» και εντελώς αντισυμβατικά. Η αποκατάσταση των σχέσεών του με την δυσαρεστημένη εκλογική του βάση είναι μάλλον το λιγότερο που επιδιώκει, ενώ όλο το σκηνικό μοιάζει σαν να θέλει να ανατρέψει τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί μέχρι τώρα στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων με άγνωστο ακόμη τελικό σκοπό.

Η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 ήταν γνωστή εδώ και καιρό. Ωστόσο το παραπάνω ποσό που προκύπτει από το στόχο επισημοποιείται με την τελική κρίση της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat περί τα μέσα Μαρτίου και άρα μόνον τότε μπορεί ληφθούν οριστικές κυβερνητικές αποφάσεις για τη διοχέτευση του υπερβάλλοντος ποσού, το οποίο δεν μπορεί να περάσει σε χρήσεις επόμενων ετών και έχει συμφωνηθεί να χρησιμοποιείται κατά ένα ποσοστό για το χρέος και κατά ένα άλλο για κοινωνικές πολιτικές και πάντως κατόπιν μίας βασικής συνεννόησης με τους δανειστές.

Υπό αυτά τα δεδομένα πολλοί ανέμεναν ότι χθες το βράδυ ο πρωθυπουργός θα εξέφραζε απλώς πολιτική πρόθεση για το επιπλέον πρωτογενές πλεόνασμα και θα αναλάμβανε σχετική πολιτική δέσμευση και δεν ανακοίνωνε την άμεση πληρωμή των δικαιούχων, όπως έκανε. Αυτό αιφνιδίασε ακόμη και όσους ανάμεναν μία επικοινωνιακή κίνηση από τον κ. Τσίπρα, με αποτέλεσμα να αρχίσουν όλοι να επανεξετάζουν ποιες είναι οι πραγματικές επιδιώξεις του πρωθυπουργού.

Η άμεση αντίδραση των Βρυξελλών, που έδειξαν δυσφορία για την ενέργεια του πρωθυπουργού προκάλεσε τεράστια ερωτηματικά: Η Κομισιόν είναι ουσιαστικά ο μοναδικός σύμμαχος που έχει αυτή την ώρα η Αθήνα στις δύσκολες διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ και το Βερολίνο. Είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που πιέζει αφενός τη γερμανική πλευρά να χαμηλώσει το στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% για τα επόμενα χρόνια, αλλά αφετέρου και το ΔΝΤ να μην επιμένει στα μέτρα λιτότητας. Ταυτόχρονα υιοθετεί κι όλες τις οικονομικές αναλύσεις και προβλέψεις της κυβέρνησης για την ανάπτυξη και τους δημοσιονομικούς στόχους το 2017 και το 2018.

Με αυτήν την κίνηση όμως ο πρωθυπουργός «θυσιάζει» στο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων έναν πιστό σύμμαχο, πιθανόν να επιδιώκει και να σχεδιάζει κάτι μεγαλύτερο. Δεν αποκλείεται λοιπόν, λένε πηγές, να εκτιμά ο κ. Τσίπρας ότι Βερολίνο και ΔΝΤ ετοιμάζουν έναν δικό τους συμβιβασμό, βάζοντας την Ελλάδα να πληρώσει τον οδυνηρό λογαριασμό. Και η κίνησή του να είναι ένα απονενοημένο διάβημα για να αποδράσει από το αδιέξοδο, έχοντας επανακτήσει μέρος της σχέσης του με τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Εκτός κι αν αντιλαμβανόμενος ότι θα υποχρεωθεί σε ένα νέο μεγάλο συμβιβασμό με υπογραφή μέτρων λιτότητας, προσπαθεί να διαμορφώσει ένα αντίβαρο, επιδεικνύοντας «κοινωνική ευαισθησία» και ρίχνοντας την ευθύνη για την επιβολή αυτών των μέτρων στους δανειστές.

Όσο περνά ο χρόνος από την αμφιλεγόμενη απόφαση του Eurogroup, με τις εξελίξεις να φιλοτεχνούν μία εικόνα μεγάλης καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης, η κυβέρνηση βυθίζεται και πάλι στην αμφισβήτηση και την αβεβαιότητα και ο χρόνος κυλά σε βάρος της, επιδεινώνοντας την διαπραγματευτική της θέση.



There are no comments

Add yours